ΕΛΛΑΔΑ

[ΕΛΛΑΔΑ][bsummary]

ΑΤΤΙΚΗ/Αυτοδιοίκηση

[ΑΤΤΙΚΗ][bsummary]

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

[ΚΟΙΝΩΝΙΑ][bsummary]

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

[ΠΟΛΙΤΙΚΗ][bsummary]

ΔΙΕΘΝΗ

[ΔΙΕΘΝΗ][bsummary]

«Τοξικό» κλίμα απειλεί τη χώρα – Στο όνομα της δήθεν κάθαρσης τινάζονται τα πάντα στον αέρα



Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση παίρνει την πρωτοβουλία για την κατεξοχήν συναινετική κοινοβουλευτική διαδικασία, σπεύδει να επιδιώξει την πόλωση σε σχέση με σκάνδαλα του παρελθόντος.

Η χρονική σύμπτωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Την ώρα που στη Βουλή ξεκινούσε η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, αυτή της συνταγματικής αναθεώρησης, με όλες τις απαιτήσεις για διακομματική συναίνεση που αυτή συνεπάγεται, η κυβέρνηση επέλεξε ουσιαστικά την καταφυγή στην πόλωση, «σηκώνοντας» το θέμα του ανοίγματος των λογαριασμών του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Και με το που ανέβηκαν οι πολιτικοί αρχηγοί στο βήμα και μίλησαν όλοι κατάλαβαν ότι πάμε σε μια προεκλογική περίοδο άγριας σύγκρουσης.


Είναι προφανές ότι κανένας δεν επιθυμεί τη συγκάλυψη σκανδάλων και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι γύρω από αρκετές πλευρές της κυβερνητικής διαχείρισης στην περίοδο των κυβερνήσεων Σημίτη υπήρξε κακοδιαχείριση. Αυτό έδειξε π.χ. και η ποινική εξέλιξη της υπόθεσης Τσοχατζόπουλου και οι καταδίκες που υπήρξαν, όπως και οι αποκαλύψεις για την υπόθεση Siemens.


Από την άλλη, όμως, προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι όλα αυτά έρχονται με καθυστέρηση αρκετών ετών και αφορούν υποθέσεις όπως τα συστήματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων και η αναβάθμιση των φρεγατών για τις οποίες οι καταγγελίες έχουν γίνει ήδη από την προηγούμενη δεκαετία. Γιατί δεν διερευνήθηκαν τότε και γιατί επανέρχονται σήμερα; Και γιατί επιλέγεται η χρονική συγκυρία λίγους μήνες πριν από τις κάλπες.

Προβληματισμό προκαλεί επίσης και η ίδια η επιλογή των στόχων. Ο Κώστας Σημίτης έχει αποχωρήσει από την ενεργό πολιτικό εδώ και αρκετά χρόνια. Δεν εκπροσωπεί καν κάποιον ιδιαίτερο πόλο μέσα στο σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Η επίθεσή στο πρόσωπό του βέβαια δια της τεθλασμένης και εξ αντανακλάσεως αποτελεί και επίθεση στις πολιτικές τάσεις της κεντροαριστεράς που μπορεί να πει κανείς ότι εκπροσωπούν σήμερα την κληρονομιά της εποχής Σημίτη.

Την ίσια στιγμή έχουμε να κάνουμε με έρευνες που δεν πρόκειται να μας κάνουν σοφότερους ως προς τις ακριβείς διαδρομές του πολιτικού χρήματος.

Θα ήταν αφελές να πιστεύαμε ότι ένας πρώην πρωθυπουργός θα τοποθετούσε χρήματα από αθέμιτες συναλλαγές στους προσωπικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς.

Η έρευνα, δηλαδή, όπως και αυτή που φημολογείται σε βάρος του αδελφού του, αντικειμενικά δεν θα βοηθήσει στην υπόθεση και απλώς θα επιτείνει ένα «κλίμα» σε σχέση με το πώς το «παλαιό πολιτικό σύστημα» ήταν «διαπλεκόμενο» και «διεφθαρμένο». Η στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς. Διχάζουμε τους πολίτες και τους βάζουμε το δίλημμα: «Με τους καθαρούς και ηθικούς ή με τους βρόμικους, τα… λαμόγια»;

«Επιχείρηση πόλωση»

Με άλλα λόγια, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μια ακόμη επιλογή πόλωσης και χάραξης διαχωριστικών γραμμών, τμήμα της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να πάει σε εκλογές όπου θα διεκδικήσει  να εκπροσωπεί όχι μόνο την αριστερά αλλά και την «κάθαρση» και το «ηθικό πλεονέκτημα».

Τον ίδιο τόνο άλλωστε είδαμε στον τρόπο με τον οποίο τόσο η ίδια η κυβέρνηση και τα στελέχη της όσο και τα προσκείμενα σε αυτή ΜΜΕ αντιμετώπισαν π.χ. τη δικαστική δίωξη και προφυλάκιση του τέως ΥΠΕΘΑ Γιάννου Παπαντωνίου.

Αυτό άλλωστε αποτύπωσε και η δήλωση Πολάκη για την ανάγκη «να μπουν μερικοί στη φυλακή» ως στοιχείο μιας δυνητικά νικηφόρας προεκλογικής εκστρατείας.

Η συνταγματική αναθεώρηση και η αναγκαία συναίνεση

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αμιγώς προεκλογική πόλωση, που επιμένει όχι μόνο στις ουσιώδεις στρατηγικές αποκλίσεις αλλά και στις συμβολικές διαιρέσεις έρχεται σε μια περίοδο όπου υποτίθεται ότι ταυτόχρονα ξεκινά και μια μείζων κοινοβουλευτική διαδικασία αυτή της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και το πρόβλημα είναι ότι η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια κατεξοχήν συναινετική διαδικασία, όπως αποτυπώνεται και στην ανάγκη μιας ευρείας πλειοψηφίας για να αναθεωρηθεί μια διάταξη, πλειοψηφία που απαιτεί είτε ένα ευρύτερο πολιτικό μπλοκ είτε τη συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικές μεγάλες πολιτικές παρατάξεις.

Είναι ακριβώς η συναίνεση αυτή που μπορεί, έστω και εκ του αποτελέσματος, να δείξει εάν έχουμε να κάνουμε συνταγματικές αλλαγές που ακολουθούν τις αλλαγές την ίδια την πραγματική κοινωνική ζωή.

Ταυτόχρονα, η ευρεία συναίνεση είναι η παράμετρος που επιτρέπει στο Σύνταγμα να εκφράζει έναν ευρύτερο συσχετισμό δύναμης, να έχει νομιμοποίηση και να μπορεί να λειτουργεί με την αναγκαία θεσμική σταθερότητα.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι νόμοι και καταργούνται και αλλάζουν. Αντίθετα, το Σύνταγμα δεν αλλάζει τόσο εύκολα εξ ου και η πρόβλεψη χρονικής απόστασης πριν την επόμενη αναθεώρησή του.

Η πολλαπλή εργαλειοποίηση της δημόσιας αντιπαράθεσης

Αντίθετα, η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής ή πιο σωστά η προσπάθεια εργαλειοποίησης της ποινικής διερεύνησης των ευθυνών πολιτικών προσώπων από παρατάξεις αντίθετες προς την κυβερνητική, παραπέμπει στην πόλωση και στη διαμόρφωση συγκρουόμενων πολιτικών μπλοκ, στοιχεία που είναι λογικό να ενταθούν και σε μια προεκλογική περίοδο.

Συνδέεται και με άλλα στοιχεία όπως την αυξανόμενη βαναυσότητα του πολιτικού λόγου, την εύκολη δαιμονοποίηση πολιτικών αντιπάλων και τη συστηματική στοχοποίηση πολιτικών προσώπων.

Ακόμη χειρότερη είναι η σημερινή συνθήκη, όπου η κυβέρνηση δεν επιλέγει μόνο την εργαλειοποίηση της ποινικής ευθύνης των πολιτικών προσώπων αλλά και την παράλληλη εργαλειοποίηση της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία επίσης ξεκινά περισσότερο ως στοιχείο μιας προεκλογικής τακτικής παρά ως έμπρακτη ανάληψη μιας μεταρρυθμιστικής θεσμικής ευθύνης.
Αυτή η διπλή εργαλειοποίηση, στην οποία δείχνει να επενδύει η κυβερνητική πλευρά, σήμερα απειλεί να κάνει τοξική και δομικά αλυσιτελή την πολιτική συζήτηση στο σύνολό της, είτε σε σχέση με την αναζήτηση ευθυνών είτε σε σχέση με την αναθεωρητική διαδικασία.

Μόνο που αυτό αντικειμενικά υπονομεύει συνολικά το δημόσιο λόγο και την ίδια τη θεσμική συγκρότηση και λειτουργία μιας δημοκρατίας που ούτως ή άλλως τείνει να γίνει καχεκτική.