ΕΛΛΑΔΑ

[ΕΛΛΑΔΑ][bsummary]

ΑΤΤΙΚΗ/Αυτοδιοίκηση

[ΑΤΤΙΚΗ][bsummary]

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

[ΚΟΙΝΩΝΙΑ][bsummary]

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

[ΠΟΛΙΤΙΚΗ][bsummary]

ΔΙΕΘΝΗ

[ΔΙΕΘΝΗ][bsummary]

Ηταν… άδικο κι έγινε πράξη: Πώς επεκτάθηκε η ελαστική και κακοπληρωμένη εργασία επί ΣΥΡΙΖΑ


Η συζήτηση στη Βουλή με αφορμή την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μπορούν επιχειρήσεις και εργαζόμενοι να συμφωνούν σε 7ήμερη λειτουργία των επιχειρήσεων με βελτιωμένες απολαβές και όρους εργασίας ήρθε να πυροδοτήσει μια ευρεία πολιτική αντιπαράθεση, από την οποία, όμως, έλλειψε η ουσιαστική συζήτηση για το ποια είναι η πραγματική κατάσταση στην αγορά εργασίας.
Γιατί τότε εάν γινόταν αυτή η συζήτηση τότε θα διαπιστώναμε δύο βασικά στοιχεία: αφενός ότι το πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων δεν αφορά τόσο μεγάλες παραγωγικές μονάδες που επιθυμούν να μπορούν να προσθέσουν επιπλέον βάρδιες και αφετέρου ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν ακριβώς ο μεγαλύτερος υπερασπιστής των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Τα μνημόνια και η επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων

Μία βασική πλευρά των μνημονίων ήταν οι αλλαγές στα εργασιακά. Τόσο το ΔΝΤ όσο και η ΕΕ εκτιμούσαν ότι χρειαζόταν αλλαγή στο πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων, δυνατότητα για μείωση των ονομαστικών μισθών και διευκόλυνση των απολύσεων. Οι αλλαγές αυτές, σε συνδυασμό με την εκτίναξη της ανεργίας, που άγγιξε  όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, δημιούργησαν μια πολύ αρνητική συνθήκη.
Πέραν της μισθολογικής υποβάθμισης που ήταν οριζόντια (και συχνά άγγιξε περισσότερο όσους αμείβονταν με καλύτερους όρους από αυτούς των συλλογικών συμβάσεων) υπήρξε αυξημένη ανασφάλεια που λειτουργούσε αντικειμενικά και ως μοχλός πίεσης για την αποδοχή δυσμενέστερων εργασιακών σχέσεων.
Όλα αυτά ήταν πλευρά αυτού που είχε ονομαστεί αρχικά «εσωτερική υποτίμηση». Με αυτό τον τρόπο περιέγραψαν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ, όπως ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, την επιλογή μέσα σε συνθήκες κοινού νομίσματος να υπάρξει  και ονομαστική υποτίμηση των μισθών (ή αύξηση των ωρών εργασίας για τις ίδιες απολαβές).
Αυτό στην Ελλάδα επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό με την υποχρεωτική μείωση του κατώτατου μισθού, την εισαγωγή του υποκατώτατου και τη σταδιακή εκπνοή όλων των συλλογικών συμβάσεων.
Πλευρά αυτής της τάσης και η μεγαλύτερη επέκταση ευέλικτων και ελαστικών σχέσεων απασχόλησης, τάση που διευκολύνθηκε και από την επέκταση δραστηριοτήτων που εκ των σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται και σε τέτοιες πρακτικές.
Η ευέλικτη απασχόληση επεκτάθηκε και μέσα από το δημόσιο, καθώς το πάγωμα των νέων διορισμών σήμαινε ότι μόνο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μπορούσαν να καλυφθούν οι ανάγκες του δημοσίου. Και παρότι ορισμένες κατηγορίες συμβασιούχων περιορίστηκαν στο πλαίσιο και της συνολικής μείωσης των απασχολούμενων στο δημόσιο, άλλες κατηγορίες επεκτάθηκαν, από τα προγράμματα «ωφελούμενων» στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έως την αντικατάσταση των παλαιών συμβάσεων με βάση το ΠΔ 407/80 στα πανεπιστήμια από «προγράμματα απόκτησης ακαδημαϊκής εμπειρίας» και φυσικά την πάγια κάλυψη των κενών στην εκπαίδευση από αναπληρωτές.

Η υποβάθμιση της θέσης των εργαζομένων συνεχίστηκε και επί ΣΥΡΙΖΑ

Όταν το καλοκαίρι του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας αποδεχόταν το τρίτο μνημόνιο, αποδεχόταν και ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο ως προς τα εργασιακά.
Και σε μεγάλο βαθμό το τοπίο της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν άλλαξε ως προς την ουσία του. Μπορεί να υποχώρησε η ανεργία, μια υποχώρηση που είχε ξεκινήσει πριν από το 2015, όμως τόσο η μισθολογική υποβάθμιση όσο και η επέκταση των ελαστικών σχέσεων απασχόλησης συνεχίστηκαν.
Ως προς τους μισθούς είναι πολύ χαρακτηριστικά τα στοιχεία που προκύπτουν από τον ΕΦΚΑ. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: τον Μάιο του 2016 ο μέσος μικτός μισθός για την πλήρη απασχόληση ήταν 1176,13 ευρώ, για την μερική απασχόληση 393,70 ευρώ και για το σύνολο των απασχολούμενων 949,69. Τον Νοέμβριο του 2018 ήταν 1137,24 για την πλήρη απασχόληση, 384,22 για τη μερικά και 916,03 στο σύνολο. Μόνο που στο μεταξύ είχε αυξηθεί και ο αριθμός των μισθοδοτούμενων για μερική απασχόληση από 597.924 σε 649.786.
Είναι γεγονός ότι η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, όπως και ένας αριθμός συλλογικών συμβάσεων που υπογράφηκαν πιθανώς να οδηγήσει σε μικρή ανοδική διόρθωση αυτές τις στατιστικές τάσεις, όμως το στοιχείο της μισθολογικής υποβάθμισης θα παραμείνει ενεργό.
Αυτό επιτείνεται και από το ότι τα σωματεία που δοκιμάζουν να προχωρήσουν ξανά σε διαδικασία σύναψης συλλογικής σύμβασης (είτε με προσφυγή στην τρέχουσα εκδοχή μεσολάβησης και διαιτησίας είτε με απευθείας διαπραγμάτευση) κυρίως ενδιαφέρονται να αποκαταστήσουν όρους «κανονικότητας» στην εργασία παρά να πετύχουν μεγάλες αυξήσεις.

Αγορά εργασίας με μεγάλη κινητικότητα και ευελιξία

Τα στοιχεία του συστήματος Εργάνη που αφορούν τις ροές απασχόλησης, τις προσλήψεις, τις απολύσεις και τις οικειοθελείς αποχωρήσεις είναι επίσης αποκαλυπτικά για την κατάσταση στην αγορά εργασίας.
Ας πάρουμε τον μήνα για τον οποίο έχουμε τα πιο πρόσφατα στοιχεία, τον Μάρτιο του 2019. Για την κυβέρνηση ήταν άλλος ένας καλός μήνας εφόσον υπήρχε θετικό ισοζύγιο, δηλαδή οι προσλήψεις ήταν περισσότερες από το σύνολο των απολύσεων, των λήξεων συμβάσεων ορισμένου χρόνου και των οικειοθελών αποχωρήσεων. Έφτανε μάλιστα τις 43.373 εργαζομένους.
Όμως, μια ματιά στο πώς διαμορφώνεται το ισοζύγιο είναι αποκαλυπτική. Μπορεί να υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός νέων προσλήψεων (202.157) όμως υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός απολύσεων και αποχωρήσεων (158.784). Αυτό παραπέμπει σε μια αγορά εργασίας με μεγάλη κινητικότητα, χωρίς «σταθερές» θέσεις εργασίας και με συχνές εναλλαγές εργασίας και ανεργίας για μεγάλο μέρος των απασχολούμενων.

Όταν η πλειοψηφία των νέων θέσεων είναι ελαστικές

Όμως, το πιο αποκαλυπτικό από τα στοιχεία της Εργάνης είναι αυτό που αφορά το είδος των εργασιακών σχέσεων για τις νέες απασχόλησης.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2019 υπήρξαν συνολικά 524.408 νέες συμβάσεις εργασίας, περισσότερες από το αντίστοιχο πρώτο τρίμηνο του 2018 όταν έφτασαν τις 500.363.
Από αυτές μόνο το 45,88% ήταν πλήρους απασχόλησης. Το 40,64% αφορούσε θέσεις μερικής απασχόλησης και το 13,48% θέσεις εκ περιτροπής εργασίας.
Άλλωστε και το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ στην τελευταία ετήσια έκθεσή του, τον περασμένο Οκτώβριο, επεσήμανε ότι στην περίοδο 2011-2017 η μερική απασχόληση αυξήθηκε κατά 39%, ενώ το σύστημα Εργάνη που υπολογίζει την απασχόληση των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπολογίζει τους εργαζομένους με μερική απασχόληση στις 422.150 και σε 22,13%.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι και ένα μεγάλο μέρος των «αυτοαπασχολούμενων» (τα γνωστά «μπλοκάκια») σε μεγάλο βαθμό στην πράξη μπορούν να καταταγούν στην ελαστική εξαρτημένη εργασία.
Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και όλες τις μορφές «άτυπης» εργασίας. Μπορεί να έχει αυστηροποιηθεί το πλαίσιο για την αδήλωτη εργασία, εντούτοις αυτό σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί απλώς στο να δηλώνονται εργαζόμενοι με τις ελάχιστες υποχρεωτικές ώρες ώστε η εταιρεία να θεωρείται «νομότυπη» και από εκεί και πέρα οι πραγματικές ώρες να είναι αδήλωτες.
Όμως, υπάρχει και άλλη μια παράμετρος που αφορά τη μετάβαση σε πιο ευέλικτες θέσεις εργασίας. Όταν μιλάμε για 7ήμερη λειτουργία επιχειρήσεων και δεν αναφερόμαστε σε κλάδους που παραδοσιακά εργάζονται έτσι (από την ενέργεια και τη χημική βιομηχανία μέχρι τις μεταφορές και την εστίαση), ένας κλάδος έρχεται στη σκέψη: ο χώρος του εμπορίου και το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές.
Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήταν αυτή που διατήρησε και εφάρμοσε τη νομοθεσία που επιτρέπει το προαιρετικό άνοιγμα των καταστημάτων ορισμένες αρκετές Κυριακές το χρόνο.

Τι σημαίνει τελικά «αξιοπρεπής εργασία»;

Μέχρι τώρα τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις επικέντρωσαν κυρίως στο να υπάρξει αύξηση της απασχόλησης και να ανακοπεί η τάση για διατήρηση τρομακτικών ποσοστών μακροπρόθεσμης ανεργίας.
Η ανεργία είναι γεγονός ότι υποχωρεί αν και θα αργήσει να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Όμως, το τίμημα ήταν μια συρρίκνωση του συνολικού αριθμού των απασχολημένων και η εμπέδωση δυσμενέστερης συνθήκης στην αγορά εργασίας.
Για ένα διάστημα αυτό μπορούσε να μην προκαλεί αντιδράσεις, αφού οι «τεχνολογίες επιβίωσης» που ανέπτυξαν μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, κυρίως στρέφονταν προς την εξεύρεση απασχόλησης, όμως τώρα πια τα πράγματα αλλάζουν.
Όμως, πλέον η εμπέδωση μιας τέτοιας συνθήκης όπου η εργασία, έστω και με μικρές αυξήσεις παραμένει μισθολογικά υποβαθμισμένη και ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο ελαστική, διαμορφώνει όρους για το «κοινωνικό πρόβλημα» της εποχής μας.
Σε αυτό ας προσθέσουμε ότι η παραγωγικότητα της εργασίας σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στη γνώση και τις δεξιότητες του εργαζομένου και δεν είναι συνάρτηση της μείωσης του κόστους εργασίας.
Όμως, αυτό θέλει μια συζήτηση για το είδος ανάπτυξης που θέλουμε, τις αναγκαίες επενδύσεις σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, τους κλάδους που μπορεί να είναι δυναμικοί, αλλά και για το πώς βλέπουμε τη θέση των εργαζομένων. Ακριβώς η συζήτηση που δεν γίνεται σε μια προεκλογική εκστρατεία όπου κυριαρχούν τα βραχυπρόθεσμα επικοινωνιακά οφέλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: